Μονή Δούσικου

Μονή ΔούσικουΣε υψόμετρο 750 μ. στις πλαγιές του Κόζιακα, το μοναστήρι επανιδρύθηκε μεταξύ 1527 - 1535 από τον Άγιο Βησσαρίωνα, αρχιεπίσκοπο Λαρίσης, όταν ο άγιος ήταν έξαρχος Σταγών. Στη θέση της εκκλησίας που έχτισε ο 'Αγιος Βησσαρίων με τη βοήθεια του αδελφού του Ιγνατίου οικοδομήθηκε εκ βάθρων στα 1557 το σημερινό καθολικό της μονής από τον μητροπολίτη Λαρίσης Νεόφυτο Β' και τους επισκόπους Δημητριάδος Ιωσήφ, Λιτζάς Λουκά και Φαναρίου Μαρτύριο (όπως μαρτυρά η κτιτορική επιγραφή).
Το καθολικό, που τιμάται στο όνομα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ακολουθεί τον αγιορείτικο τύπο του σταυροειδούς τετρακιόνιου, με δύο (σήμερα) τρούλους και κόγχες στην βόρεια και νότια πλευρά του. Η αγιογράφησή του έγινε από τον Κωνσταντινουπολίτη ζωγράφο Τζώρτζη. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι μεταγενέστερο, του 1813. Το άλλοτε πλούσιο μοναστήρι με τα 365 κελιά και την πλούσια βιβλιοθήκη, που αναδείχθηκε σε πνευματικό κέντρο του νεότερου ελληνισμού, λειτουργεί σήμερα με λίγους μοναχούς που φυλάσσουν τα κειμήλιά του. Ανάμεσα σ' αυτά είναι και η κάρα, η διαθήκη με την ιδιόχειρη υπογραφή, το ραβδί και τα άμφια του Αγίου Βησσαρίωνα.

Η συγκεκριμένη Μονή υπήρξε "κιβωτός" της Εθνικής Αντίστασης. Εκεί στεγάστηκαν τα πρώτα αντάρτικα τμήματα της Δυτ. Θεσσαλίας. Στο Μοναστήρι αυτό ήταν και το περίφημο χειρόγραφο ευαγγέλιο με την υπογραφή του Κων/νου Πορφυρογέννητου, το οποίο ύστερα από αρκετές περιπέτειες και κλοπές, βρέθηκε και βρίσκεται φυλασσόμενο στο μουσείο της Ι.Μ. Βαρλαάμ Μετεώρων.

Στα 1823 το μοναστήρι καταστράφηκε και οι 2000 τόμοι της βιβλιοθήκης του κάηκαν από τους Αλβανούς του Σ. Κόρτζια. Στα 1943 το μοναστήρι έπαθε νέες καταστροφές από πυρκαγιά.

Οι τοιχογραφίες του Kαθολικού της Mονής Δούσικου (1557) είναι έργο ενός Kρητικού ζωγράφου, του Zώρζη, ο οποίος υπήρξε, πιθανότατα, μαθητής του Θεοφάνη στο 'Αγιον Όρος. O Zώρζης, όπως τουλάχιστον φαίνεται από τη μελέτη των τοιχογραφιών του Kαθολικού της Mονής Διονυσίου, που πρόσφατα έχουν συντηρηθεί, ακολουθεί πιστά εικονιστικούς τύπους και καλλιτεχνικούς τρόπους του Θεοφάνη, χωρίς όμως την ποιότητα του πρωτοτύπου, καθώς η ζωγραφική του είναι σχηματικότερη και γραμμικότερη, ενώ σε εκφραστικό επίπεδο τα πρόσωπα δείχνουν ανήσυχα, χωρίς τη γαλήνια πνευματικότητα που είναι διάχυτη στη ζωγραφική του Θεοφάνη.