Το σπήλαιο της Θεόπετρας στην Καλαμπάκα. Περιοχή Ειδικής Προστασίας

σπήλαιο ΘεόπετραςΣτο δρόμο Τρικάλων-Καλαμπάκας, 3 χιλιόμετρα πριν από τα Μετέωρα, ορθώνεται πάνω από το χωριό Θεόπετρα ένας βραχώδης ασβεστολιθικός όγκος, στη βορειοανατολική πλευρά του οποίου βρίσκεται το ομώνυμο σπήλαιο. Πρόκειται για τη δυτικότερη προϊστορική θέση της θεσσαλικής πεδιάδας, που βρίσκεται στους πρόποδες της οροσειράς Χάσια, η οποία αποτελεί και το φυσικό όριο μεταξύ Θεσσαλίας και Hπείρου.
Tο σπήλαιο βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 100 μέτρα από την επιφάνεια της πεδιάδας και 280 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Μπροστά από το σπήλαιο ρέει ο ποταμός Λιθαίος, παραπόταμος του Πηνειού.
Η είσοδος του σπηλαίου έχει διαστάσεις 17Χ3 μέτρα, ενώ ο κύριος θάλαμός του, περίπου τετράγωνος με μικρές πλευρικές κόγχες, έχει έκταση 500 τετραγωνικά μέτρα.

Η επιστημονική σπουδαιότητα του σπηλαίου κρίνεται ως πολύ σημαντική για την προϊστορία όλου του Ελλαδικού χώρου καθώς, όπως σημειώνουν οι αρχαιολόγοι, είναι ένα από τα λίγα σπήλαια στην Ελλάδα με τόσο μεγάλο εύρος επιχώσεων που καλύπτουν την εξέλιξη του ανθρώπου σε μία περίοδο πολύ καθοριστική για την εξέλιξή του, της μετάβασης του, δηλαδή, από τον Νεάτερνταλ στο Χόμο Σάπιενς.

Στα αδιατάραχτα στρώματα αυτών των επιχώσεων, οι αρχαιολόγοι "διαβάζουν" σήμερα τα μηνύματα ενός πολύ ανθρώπινου πολιτισμού. Πολύ σημαντικά είναι , επίσης, τα ανθρωπολογικά κατάλοιπα-δύο σκελετοί, ενός της ανώτερης Παλαιολιθικής και μία κανονική ταφή της Μεσολιθικής εποχής- καθώς και τα σκελετικά κατάλοιπα ζώων που ποικίλουν ανάλογα με την εποχή.

Ιδιαίτερα σημαντικός για τους επιστήμονες θεωρείται ο σκελετός της Μεσολιθικής εποχής (χρονολογείται στο 8000 π.χ περίπου). Αν και είναι γνωστή η κατοίκηση του ελλαδικού χώρου αυτή την εποχή, τα σκελετικά ευρήματα σπανίζουν. Ένας ακόμη σκελετός αυτής της περιόδου έχει βρεθεί στο Φραγθί της Αργολίδας.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης , τρία στρώματα σκληρών ιζημάτων που παρεμβάλλονται στις επιχώσεις του σπηλαίου και που, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, αντιπροσωπεύουν πιθανότατα εποχές παγετώνων στη Θεσσαλία. Αποτέλεσαν μήπως ξεχωριστή φυλή οι άνθρωποι που αναζητούσαν ασφάλεια στον προστατευόμενο χώρο των κοιλωμάτων της γης; Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι τα σπήλαια λειτουργούσαν ως καταφύγια για ορισμένες "κοινωνικές" ομάδες που, όμως είχε τον ίδιο πολιτισμό με τους ανθρώπους που κατοικούσαν εκτός σπηλαίων, στις ανοιχτές πεδιάδες. Η επιστήμη δεν έχει ακόμη διευκρινίσει αν τα σπήλαια λειτουργούσαν ως μόνιμη ή περιστασιακή κατοικία.

Τα αποτυπώματα αποτελούν ίσως ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα των ανασκαφών στο σπήλαιο, γιατί είναι ζωντανή μαρτυρία της κατοίκησης του σε εποχές τόσο μακρινές που εξάπτουν την φαντασία. Βρέθηκαν δύο αποτυπώματα που όπως έδειξαν οι επιστημονικές μετρήσεις και αναλύσεις ανήκουν σε δύο παιδιά. Ενδιαφέρον είναι και το εξής στοιχείο: τα αποτυπώματα έχουν γίνει από αριστερά πόδια. Πως εξηγείτε αυτό; Μάλλον δεν υπάρχει προς το παρόν τεκμηριωμένη ερμηνεία. Μόνον υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Ίσως το αργιλώδες δάπεδο της σπηλιάς και οι συγκυρίες να "βοήθησαν" στην αποτύπωση μόνο των συγκεκριμένων ιχνών.

Πατάμε επί βημάτων άλλων, σημείωσε εύστοχα στην ομιλία της προς το συνέδριο για το σπήλαιο της Θεόπετρας που έγινε πριν μερικά χρόνια, η έφορος Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας, Δρ. Βιβή Βασιλοπούλου. "Στην εποχή" - υπογράμμισε- "που ανθρώπων απάντων μέτρο είναι το χρήμα η Θεόπετρα από την πλευρά της μας ξαναφέρνει στο ξεχασμένο απάντων χρημάτων μέτρον ο άνθρωπος".

caveΗ συστηματική ανασκαφική έρευνα κατέγραψε αφενός γεωλογικές επιχώσεις του Πλειστόκαινου και του Ολόκαινου, αφετέρου ανθρωπογενείς επιχώσεις, συνολικού πάχους περίπου 6 μέτρων. Aυτές βεβαιώνουν την αδιάκοπη χρήση του σπηλαίου κατά τη Μέση και Ανώτερη Παλαιολιθική, τη Mεσολιθική και τη Nεολιθική εποχή. Δείγματα (π.χ. κάρβουνο, ανθρώπινα οστά) προερχόμενα από τις επιχώσεις, που χρονολογήθηκαν με μεθόδους των φυσικών επιστημών, πιστοποιούν την κατοίκηση του σπηλαίου περίπου από το 50.000 μέχρι το 4000 π.X. Η χρήση του συνεχίστηκε περιοδικά και κατά την Eποχή του Xαλκού, αλλά και κατά τους ιστορικούς χρόνους, μέχρι και το 1955.
Eίναι η πρώτη φορά που στη Θεσσαλία τεκμηριώνεται σπηλαιοκατοίκηση κατά την Παλαιολιθική εποχή, αφού τα περισσότερα γνωστά ευρήματα της εποχής αυτής προέρχονται από υπαίθριες θέσεις. Επιπλέον το σπήλαιο της Θεόπετρας αποτελεί το μοναδικό, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, σπήλαιο στην Eλλάδα, όπου μπορεί να μελετηθεί και να χρονολογηθεί τόσο η μετάβαση από την Ανώτερη Παλαιολιθική στη Μεσολιθική όσο και το πέρασμα από τη Μεσολιθική στη Νεολιθική εποχή.
Στη στρωματογραφική ακολουθία της Θεόπετρας διακρίθηκαν τρεις ψυχρές περίοδοι: μια στη διάρκεια της Μέσης Παλαιολιθικής, μια στη διάρκεια της Ανώτερης Παλαιολιθικής και μια κατά την τελική Aνώτερη Παλαιολιθική, δηλαδή κατά το τέλος του Πλειστόκαινου.

Η συστηματική ανασκαφική έρευνα κατέγραψε αφενός γεωλογικές επιχώσεις του Πλειστόκαινου και του Ολόκαινου, αφετέρου ανθρωπογενείς επιχώσεις, συνολικού πάχους περίπου 6 μέτρων. Aυτές βεβαιώνουν την αδιάκοπη χρήση του σπηλαίου κατά τη Μέση και Ανώτερη Παλαιολιθική, τη Mεσολιθική και τη Nεολιθική εποχή. Δείγματα (π.χ. κάρβουνο, ανθρώπινα οστά) προερχόμενα από τις επιχώσεις, που χρονολογήθηκαν με μεθόδους των φυσικών επιστημών, πιστοποιούν την κατοίκηση του σπηλαίου περίπου από το 50.000 μέχρι το 4000 π.X. Η χρήση του συνεχίστηκε περιοδικά και κατά την Eποχή του Xαλκού, αλλά και κατά τους ιστορικούς χρόνους, μέχρι και το 1955.
Eίναι η πρώτη φορά που στη Θεσσαλία τεκμηριώνεται σπηλαιοκατοίκηση κατά την Παλαιολιθική εποχή, αφού τα περισσότερα γνωστά ευρήματα της εποχής αυτής προέρχονται από υπαίθριες θέσεις. Επιπλέον το σπήλαιο της Θεόπετρας αποτελεί το μοναδικό, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, σπήλαιο στην Eλλάδα, όπου μπορεί να μελετηθεί και να χρονολογηθεί τόσο η μετάβαση από την Ανώτερη Παλαιολιθική στη Μεσολιθική όσο και το πέρασμα από τη Μεσολιθική στη Νεολιθική εποχή.
Στη στρωματογραφική ακολουθία της Θεόπετρας διακρίθηκαν τρεις ψυχρές περίοδοι: μια στη διάρκεια της Μέσης Παλαιολιθικής, μια στη διάρκεια της Ανώτερης Παλαιολιθικής και μια κατά την τελική Aνώτερη Παλαιολιθική, δηλαδή κατά το τέλος του Πλειστόκαινου.

Στη Θεόπετρα βρέθηκαν το 1990/1 τα υπολείμματα δύο σκελετών. Ο πρώτος είναι ένας γυναικείος μεσολιθικός σκελετός (7.500-8.500 ετών), ενώ ο δεύτερος είναι ένας ανδρικός άνω-παλαιολιθικός (14.500 ετών), του οποίου διασώθηκε δυστυχώς μόνο ο κρανιακός του θόλος.

H συστηματική ανασκαφική έρευνα και μελέτη του υλικού της Θεόπετρας διεξάγεται από το 1987 από διεπιστημονική ομάδα ερευνητών της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας, υπό την εποπτεία της N. Αποστολίκα-Κυπαρίσση.